Page images

Sweet Echo.

Sweet Echo, sweetest nymph, that liv’st unseen

Within thy aery shell,
By slow Meander's margent green,
And in the violet-embroidered vale,

Where the love-lorn nightingale
Nightly to thee her sad song mourneth well:
Canst thou not tell me of a gentle pair

That likest thy Narcissus are?

0! if thou have
Hid them in some flowery cave,

Tell me but where,
Sweet queen of parley, daughter of the sphere !

So may'st thou be translated to the skies,
And give resounding grace to all heaven's harmonies.


[ocr errors]


'ΑΧΩ, κλύθι μοι, 'Αχώ,
νυμφάων αγανωτάτα,
κρυπτον αέριον σκάφος
ναίουσ', ή χλοεράν πλάκα
Μαιάνδρου πάρ' ακύμονος,
βάσσας ή κάτ' ιοδνεφείς,
όπου θά δυσέρως πάννυχ
αηδών μέλος οικτρόν
καλώς σοι καταθρηνεί
λίσσομαι, αβράν μοι,
κούρα, φράζε συνωρίδα,
που ναίει, μάλα τω σώ
Ναρκίσσω δέμας έμφερής:
ει δ' έκρυψας έν άνθεσι
σπηλαίου τινος, αλλά μου
είπους που ποτε, φιλτάτα
φεύ δέσποιν' οάρου θεά,
πρόφρασσ, ουρανόπαι. κείς πο-
λον ούτω μεταναστάσ',
'Ολύμποιο μελάθρων
ευκέλαδον πάση
δοίης αρμονία χάριν.


L. 1833.

The Sacrifice. Choose the darkest part o' th' grove, Such as ghosts at noon-day love. Dig a trench, and dig it nigh Where the bones of Laius lie : Altars raised of turf or stone Will the infernal Pow’rs have none. Answer me, if this be done?

'Tis done.

Is the sacrifice made fit?
Draw her backward to the pit:
Draw the barren heifer back;
Barren let her be and black.
Cut the curled hair that grows
Full betwixt her horns and brows :
And turn your faces from the sun.
Answer me, if this be done?

'Tis done.
Pour in blood and bloodlike wine,
To mother earth and Proserpine:
Mingle milk into the stream:
Feast the ghosts that love the steam.
Snatch a brand from funeral pile :
Toss it in to make them boil :
And turn your faces from the sun.
Answer me, if this be done?

'Tis done.


[ocr errors]

"ΑΓ’ ούτ, σκοτεινόν εξερευνήσας μυχόν,
οίον μεσημβρινοίσιν εν χρόνοις φιλεί
είδωλ' ενοικείν, Λαίου πεσήμασι
παρ' οστίνοισι σκάπτε μοι τάφρου βάθος.
ου γάρ τι χλωρούς ουδέ λαϊνούς ποτέ
χαίρουσι βωμούς οί γε νέρτεροι Θεοί.
λέγ' εί πέπρακται ταύτα ;

Παν καλώς έχει.
αρ' ηύτρέπισται πάνθ' όσα σφαγής έχει ;
την στείραν ούν όπισθεν εις τάφρον χρεών
μόσχον καθέλκειν τούτο δ' ευ φύλασσ', όπως
στείραν τε και μέλαιναν αιμάξεις χερούν.
έπειτα πλεκτάς δεί σαποθρίσαι τρίχας,
άσπερ κεράτων ομμάτων τέχει μέσας.
τρέπεσθε δ' όψιν πάς ανήρ αφ' ηλίου.
λέγ' εί πέπρακται ταύτα;

Παν καλώς έχει. άλλ' αίματεγχεϊν αϊμασίν τε προσφερές οίνου γένος μέμνησο, παμμήτωρ δε Γη δώρον τόδ' ιερόν ή τε Περσέφασσέχοι: προσθές δε ταϊς ροαίσι συγκρατέν γάλα, ίν' ατμίσιν χαίροντες οι κεκμηκότες θαλίαν έχωσιν εκ δε του νεκρών πυράς αφαρπάσας συ δαλον είς τάφρον βάλε, όπως το σύμπαν κάρτ' αναζέσει φλογί. τρέπεσθε δ' όψιν πάς ανήρ αφ' ηλίου. λέγ' εί πέπρακται ταύτα ;

Παν καλώς έχει.

L. 1837.

[ocr errors]

The Lotos-eaters.

“ COURAGE !” he said, and pointed toward the land:
“ This mountain wave will roll us shoreward soon.”
In the afternoon they came unto a land,
In which it seemed always afternoon.
All round the coast the languid air did swoon,
Breathing like one that hath a weary dream.
Full-faced above the valley stood the moon ;
And like a downward smoke, the slender stream
Along the cliff to fall and pause and fall did seem.

A land of streams! some, like a downward smoke,
Slow-dropping veils of thinnest lawn, did go :
And some thro' wav'ring lights and shadows broke,
Rolling a slumb'rous sheet of foam below.

« PreviousContinue »