Page images
PDF
EPUB
[ocr errors]

Ουχ ειλόμην αν, ου, καταπτύστον τόπο
ει μη το σιγαν· ο δε γοητεία φρένας,
των ομμάτων γάρ ου μέλει, παρεκτρέπειν
έμελλαλαζών, ξυμπλάσας εύσχημόνως
το ψεύδος» έχθιστον δέ μοι πάντων τόδε,
λαλείν το φαύλον, ταγαθόν φώνην στέγειν.
μή μοι, δολοφρόν, την Φύσιν, κεδνών θεάν,
τλήσης ασελγών, οίς τα δώρ' απώλεσε
διαστρέφων τις, αιτιάσασθαι τρόπων
ήτις μόνοισι τοϊσι σωφρόνων νόμων
της έγκρατείας ευσεβών θ' υπηκόοις,
καλώς προβουλεύουσα, πορσύνει τροφήν.
είθ' ώφελεν γαρ πάς τις, ός πτωχός στένει
δίκαια τηρών, ών υπέρκοπος χλιδή
παύροις επεγχεί, μετρίας μοίρας τυχεϊν
ως ήν αν ενάρμοστα του θεού γέρα
λαχείν έκαστον, διανεμόντος άφθόνως.
οδ' αυ λατρείας της προσηκούσης τότε
ούχ, ως τανύν, ήμαρτ' άν. ου γαρ έσθ' όπως
θοιναΐσι γαστρίμαργος απλώστους ένι
θεού φροντιεί τις του το πάν δεδωκότος:
αλλ' αισχροποιός και φρειών κεκομμένος
δείπνοις εν αυτοίς τον πορόντα λοιδορει.

D

ku

Or have I said enough? To him that dares
Arm his profane tongue with contemptuous words
Against the sun-clad Power of Chastity,
Fain would I something say, yet to what end?
Thou hast nor ear nor soul to apprehend
The sublime notion and high mystery,
Thus must be utter'd to unfold the sage
And serious doctrine of Virginity;
And thou art worthy that thou shouldst not know
More happiness than this thy present lot.
Enjoy your dear wit and gay rhetoric,
That hath so well been taught her dazzling fence;
Thou art not fit to hear thyself convinced :
Yet, should I try, the uncontrolled worth
Of this pure cause would kindle my rapt spirits
To such a flame of sacred vehemence,
That dumb things would be moved to sympathize,
And the brute Earth would lend her nerves, and shake,
Till all thy magic structures, rear'd so high,
Were shatter'd into heaps o'er thy false head.

[ocr errors]

τάδ' ουν λελέχθω καιπερ ος το πάρθενον
έτλη, το θείον ήμφιεσμένος σέλας,
γλώσσης βεβήλου κερτόμοις ονείδεσι
βαλείν αναιδής, ασμένη προς τούτον αν
μυθόν τιν' εντείναιμ' άπρακτος ουσόμως.
σε γάρ, τον άψυχόν τε και κωφών, λέγω,
τον ουκ έχοντα την ανυμφεύτω βίω
σοφίαν ενούσαν εισιδείν, πολλού γε δεί:
σεμν έστι ταύτ', ούδ' έστιν άμυήτοις μαθείν
θεσμών κρυφαίους ύψιγεννήτων λόγους.
στέρξον φυλάσσων ά 'λαβες: τοιος γάρ ει.
όναιο δητα της φίλης γλωσσαλγίας,
και κομψότητος λογομάχων σοφισμάτων
ούδ' ώς έλεγχθησόμενος· ου γαρ άξιος.
ει δ' ήθελόν ποθ', ήδ' έμή πυριφλεγεί
αγώνος ότρυνθείσα τηλικού μένει
φρήν εις τόσονδε σφοδρότητος ήλθεν αν
θεοσσύτοις ορμαϊσιν, ώστ' αίνου τυχεϊν
κάκ των αφώνων, παράνομον κινουμένων
κάμοι ξύνεργος γαι', αναίσθητος το πρίν,
ταύθ' υψίπυργα σης χερός φαντάσματ' αν
σοι δη σαλευθείσ' εγκατέσκηψεν, φέναξ,
καταρραγέντα και διεσκεδασμένα. L. 1862.

Ode to Adversity.

Daughter of Jove, relentless power,
Thou tamer of the human breast,
Whose iron scourge and torturing hour,
The bad affright, afflict the best !
Bound in thy adamantine chain,
The proud are taught to taste of pain,
And purple tyrants vainly groan
With pangs unfelt before, unpitied and alone.

When first thy Sire to send on earth
Virtue, his darling child, design'd,
To thee he gave the heav'nly birth,
And bade to form her infant mind.
Stern rugged Nurse! thy rigid lore
With patience many a year she bore;
What sorrow was, thou bad’st her know,
And from her own she learn’d to melt at others' woe.

GRAY.

Quæ sævo domitos imperio regis
Mortales, superi nata Jovis Dea,
Dira non sine pæna et

Flagris improba ferreis

Pertentans homines ; unde adamantinis
Sub vinclis trepidum comprimitur Nefas,
Angunturque malorum

Seris pectora luctibus,

Nec puri sceleris non animi dolent;
Te reges dominam purpurei novam,
Per deserta domorum,

Te vano gemitu tremunt.

Cum lectam generi mittere filiam
Humano voluit cælicolum Pater
Virtutem, tibi diam

Commisit sobolem Deus,

Ut prudens teneræ pectora fingeres :
Ah! quanta rigidam te patientia,
Nutrix aspera, longis

Virtus temporibus tulit!

Sensit, qua miseris fracta doloribus
Mens cura gemeret : sensit, et haud suo,
Te perdocta magistra,
Luctu tangitur,invicem.

L. 1837.

« PreviousContinue »