Page images
PDF
EPUB

στρ.

τερπνόν μάλα, παγών
πάρ κλινθέντα καταρρόοισιν,
αεί βλεφάροις υπνώδες ημι-
κλείστοις ώδ' όσον ού καθεύδειν·

ηλεκτροφαή κατ' αυγαν

υψού 'πι μυρρίνου
βάτου μόνιμον καθ' αμέ-
ραν ψιθυρών αντιφωνείν,

κυμάτι αιγιαλό
κυρτωθένθ' απαλά σκοπεϊν, γαλακτώ-

δη τ' αφρόν πολύκυκλον:
σε, δέσποιν' αγάνοφρον, αινείν,
ταν Λωτοφάγοις φίλαν, Κατηφεί-
α' βυσσόφρονι πολλά θυμώ
είδωλα πάλαι θανόντων,

οισιν βρέφη σύνη-
μεν, νύν σπoδόν εξίτηλον
χαλκέλατον άγγος ένδον

χώμασι τυμβοχόοις
είργει, φαντασίαις πάλιν προσαυδάν.

αντιστρ.

στρ.

2 αδύ τι κουριδίων ενθυμείσθαι υμεναίων,

φίλαι χερών περιπτυχαι, και δακρύων μνάμα: τα δε πανταχού ήλλοίωται:

ημών γαρ εφέστιον ούδας κλαρονόμον κατέχει γένος, ή ξένων

1 Εur. Hecub. 444-465.

2 Soph. (Ed. Tyr. 151-166.

24

And we should come like ghosts to trouble joy:
Or else the island-princes over-bold
Have eat our substance, and the minstrel sings
Before them of the ten-years' war in Troy,
And our great deeds, as half forgotten things.
Is there confusion in the little isle?
Let what is broken so remain.
The Gods are hard to reconcile :
'Tis hard to settle order once again.
There is confusion worse than death,
Trouble on trouble, pain on pain,
Long labour unto aged breath,
Sore task to hearts worn out with many wars,
And eyes grown dim with gazing on the pilot-stars.

But, propt on beds of amaranth and moly,
How sweet, while warm airs lull us, breathing lowly,

With half-dropt eyelids still,
Beneath a heaven dark and holy,
To watch the long bright river drawing slowly

His waters from the purple hill

To hear the dewy echoes calling

From cave to cave thro' the thick-twined vine

άντ.

ίς υπερηνορία: παρά δ' άμναστον πολέμου λόγον

έργα τ' αριστήων, θείος τις αοιδός έφυμνεί: ημείς λυγρόν ιδείν, ώς τις παλίνoρσος αφ' Αίδου.

τα δ' έρρέτω δυσέξοδα, Θεοί μάλ' αμείλικτοι, νάσω δ' ένα κόσμος άκοσμος

έστιν θανάτου τι χέρειον, άλγος επ' άλγεσι γηρας επ' έσχατον, η θυμό κακόν άχθος άδην πολέμους κεκορημένω, όμμασι τ' άμβλυνθείσι προς άστροισιν φιλοναύταις.'

μώλυ κάτ', είτ' αμαραν

στρ. τίναν στιβάδ' εύστρωτον,

υπνώσσουσι βλεφάροις,
λεπτα Ζεφύρων πνεόντων,
υπό τ' ουρανού κνέφας
άμβροσίου, δολιχάς

ποταμίας οράν
ήκα ρεούσας από πορφυρωδών

βούνων υπέκ προχράς: τα δ' Αχούς
κελεύσμαθ' υγράς επάλληλα
σπέσσιν εν αντιτύποις

αντιστρ. ύλαν δια καλλίβοτρυν,

i Scott-Liddell Lex, in voc.

2 Εur. Hippol. 121-140.

To hear the em’rald-colour'd water falling

1

Thro' many a wov’n acanthus-wreath divine !

Only to hear and see the far-off sparkling brine,

Only to hear were sweet, stretch'd out beneath the pine.

The Lotos blooms below the flow'ry peak:

The Lotos blows by every winding creek :

All day the wind breathes low with mellower tone:

[merged small][ocr errors]
[ocr errors]

Round and round the spicy downs the Yellow Lotos-dust is blown.

We have had enough of action, and of motion we,

Roll’d to starboard, rolld to larboard, when the surge was seething free,

Where the wallowing monster spouted his foam-fountains in the sea.

Let us swear an oath, and keep it with an equal mind,

In the hollow Lotos-land to live and lie reclin'd

On the hills like Gods together, careless of mankind :

ή που κυάνεoν ώδ'
ύδωρ μετ' ακανθίνοισι
πολυδαιδάλοις πλοκαίς
θεσπεσίοις κελάρυ-

ζoν, απόνως κλύειν
πόρρωθεν άλμαν εσιδείν φαεννάν,
υψαυχεν' είθ' υπό δένδρ' ακούειν"
τούτοις βίον έστι ποιμαίνειν.

[ocr errors]

παρά τευανθών κορυφές πρώνων
πορθμών τ' εσόδους αιολομόρφων
λώτου θαλερόν γάνος ακμάζει
πνεί παννήμαρ μαλθακός αήρ:
κοίλα κατάντρα και οι πολ' άγκη.
περί λειμώνων πλάτος ευόσμων,

ξανθου σπέρματα

λώτου φέρεται πολυδινή. άλις είργασται και πεπόνηται νύν επί δεξιά νύν επ' αριστερά λαβρώ κύματι ποντοτινάκτοις, ένθα πελώριον υψόσέφύσα προκυλινδόμενον κήτος αφρώδους

οίδματος άχναν. άγετ' ουν οχυραϊς όρκια βουλαίς θώμεν, σύμφονες ώδε διαζών, τρόπον αθανάτων, οίτ' εν Ολύμπω παρά νεκταρέοις κείνται πώμασιν

εική χθονίων αμελούντες:

« PreviousContinue »