Page images
PDF
EPUB

Α. D. 62.

ACTS XXVII. 30–41.

Α. D. 62.

Then fearing lest they should have took bread, a and gave thanks to God in fallen upon rocks, they cast four anchors the presence of them all: and when he out of the sterit, and wished for the day. had broken it, he began to eat.

a See on Matt. xiv.ver. 19. clause 3. VER. 30. Τών δε ναυτών ζητούντων φυγείν εκ του

VER. 36. πλοίου, και χαλασάντων την σκάφην εις την θάλασσαν, προφάσει ως εκ πρώρας προσελάβοντο τροφής.

Εύθυμοι δε γενόμενοι πάντες, και αυτοί μελλόντων αγκύρας εκτείνειν, And as the shipmen were about to flee

Then were they all of good cheer, and out of the ship, when they hud let down they also took some meat. the boat into the sea, under colour as

VER. 37. though they would have cast anchors

"Hμεν δε εν τω πλοίω αι πάσαι ψυχαι, out of the fore-ship,

διακόσιαι έβδομηκονταέξ. VER. 31.

And we were in all in the ship, two Είπεν ο Παύλος των εκατοντάρχη και | hundred threescore and sixteen souls. τους στρατιώταις• Εάν μή ούτοι μείνωσιν

VER. 38. εν τώ πλοίω, υμείς σωθήναι ου δύνασθε. Paul aid to the centurion and to the | πλοίον, έκβαλλόμενοι τον σίτον εις την θά

Κορεσθέντες δε τροφής, εκούφιζον το soldiers, Except these abide in the ship,

λασσαν. ye cannot be saved.

And when they had eaten enough, they VER. 32.

lightened the ship, and cast out the wheat Τότε οι στρατιώται απέκοψαν τα σχοι- into the sea. ία της σκάφης, και είασαν αυτήν έκπεσείν.

VER. 39.

“οτε δε ημέρα εγένετο, την γήν ουκ Then the soldiers cut of the τopes of | επεγίνωσκον κόλπον δέ τινα κατενόουν the boat, and let her fall off

έχοντα αιγιαλόν, εις δν έβουλεύσαντο, ει VER. 33.

δύναιντο, εξώσαι το πλοίον. "Αχρι δε ου έμελλεν ημέρα γίνεσθαι, πα And when it was day, they knew not ρεκάλει ο Παύλος άπαντας μεταλαβείν | the land: but they discovered a certain τροφής, λέγων: Τεσσαρεσκαιδεκάτην ση- | creek with a shore, into the which they μερον ημέραν, προσδοκώντες, άσιτοι διατε- | were minded, if it were possible, to thrust λείτε, μηδέν προσλαβόμενοι.

in the ship. And while the day was coming on,

VER. 40. Paul besought them all to take meat, Και τας αγκύρας περιελόντες, είων εις saying, This day is the fourteenth day την θάλασσαν, άμα ανέντες τας ζευκτηρίας that ye have tarried and continued fast- των πηδαλίων και επάραντες τον άρτέμονα ing, having taken nothing.

τη πνεούση, κατείχον εις τον αιγιαλόν.

And when they had * tuken up the VER. 34.

anchors, they committed themselves unto Διό παρακαλώ υμάς προσλαβείν τρο- | the sea, and loosed the rudder-bands, and φής» τούτο γαρ πρός της υμετέρας σω- hotsted up the main-sail to the wind, and τηρίας υπάρχει ουδενός γάς υμών θρίξ εκ | made toward shore. της κεφαλής πεσείται.

• Or, cut the anchors, they left them Wherefore I pray you to take some in the sea, &c. meat: for this is for your health : for there shall not an hair fall from the

VER. 41. head of any of you.

Περιπεσόντες δε εις τόπον διθάλασσον,

επώκειλαν την ναύν» και η μεν πρώρα VER. 35.

έρείσασα έμεινεν ασάλευτος, η δε πρύμνα Εισών δε ταύτα, και λαβών άρτον, ελύετο υπό της βίας των κυμάτων. ευχαρίστησε τω Θεώ ενώπιον πάντων, και

And falling into a place where tw κλάσας ήρξατο εσθίειν.

seas mei, they ran the ship aground; and And when he had thus spoken, he the fore part stuck fast, and remained VOL. II.

2 Κ

[ocr errors][merged small][merged small]

Unmoveable, but the hinder part was there came a viper out of the heat, and broken with the violence of the waves. fastened on his hand. VER. 49.

VER. 4. Τών δε στρατιωτών βουλή έγένετο ένα Ως δε είδον οι βάρβαροι κρεμάμεναν το τους δεσμώτας αποκτείνωσι, μήτις εκ- | θηρίον εκ της χειρός αυτού, έλεγαν πως κολυμβήσας διαφύγοι.

αλλήλους. Πάντως φονεύς έστιν ο άνθρωπος And the soldiers' counsel was to kill ούτος, δν διασωθέντα εκ της θαλάσσης και the prisoners, lest any of them shoula | δίκη ζην ουκ είασεν... swim out, and escape.

And when the barbarians saw the re

nomous beast hang on his hand, they VER. 43.

said among themselves, No doubt this ο δε εκατόνταρχος, βουλόμενος διασώ

man is a murderer, whom, though he σαι τον Παύλον, εκώλυσεν αυτούς του βου- hath escaped the sea, yet vengeance surλήματος, εκέλευσέ τε τους δυναμένους fereth not to live. κολυμβάν, απορρίψαντας πρώτους επι την γην εξιέναι» "

VER. 5. But the centurion, willing to save

“Ο μεν ούν, αποτινάξας το θηρία εις το Paul, kept them from their purpose ; | πύρ, έπαθεν ουδέν κακών» and commanded that they which could

a And he shook of the beast into the swim should cast themselves first into fire, and felt no harm. the sea, and get to land:

a See on Mark xvi. ver. 18. clause 1. VER. 44. Και τους λοιπούς, ούς μεν επί σανίσιν,

VER. 6. ούς δε επί τινων των από του πλοίου, Και

Οι δε προσεδόκων αυτών μέλλει πίαούτως εγένετο πάντας διασωθήναι επί την πρασθαι, ή καταπίπτειν άφθων νεκρών επί γήν.

πολύ δε αυτών προσδοκώντων, και θεωρούν. And the rest, Some on boards, and των μηδέν άτοπον εις αυτόν γινόμενον, μεSome on broken pieces of the ship. And | ταβαλλόμενοι έλεγον θεόν αυτόν είναι. so it came to pass, that they escaped all

Howbeit they looked when he should safe to land.

have swollen, or fallen down dead sudCHAP. XXVIII.-VER. 1.

denly: but after they had baked a Και διασωθέντες, τότε επέγνωσαν ότι him, they changed their minds, and end

great while, and saw no harm come to Μελίτη ή νήσος καλείται.

that he was a god.
And when they were escaped, then they
knew that the island was called Melita.

VER. 7.
VER. 2.

'Εν δε τους περί τον τόπον εκείνον υπήρχε

χωρία τα πρώτα της νήσου, ονόματι Ποποι δε βάρβαροι παρείχον ού την τυχού- | Λίο, ός αναδεξάμενος ημάς, τρείς ημέρας σαν φιλανθρωπίαν ημϊν ανάψαντες γάς φιλοφρόνως έξένισεν. πυράν, προσελάβοντο πάντας ημάς, διά τον υετόν τον έφεστώτα, και διά το ψύχος.

In the same quarters were possessions

of the chief man of the island, tohose And the barburous people shewed us no little kindness: for they kindled a lodged us three days courteously.

name was Publius; who received us, and fire, and received us every one, because of the present rain, and because of the

VER. 8. cold.

'Εγένετο δε τον πατέρα του Πολίου VER. 3.

πυρετούς και δυσεντερία συνεχόμενου και Συστρέψαντος δε του Παύλου φρυγάνων | τακείσθαιπρος δν ο Παύλος εισελθών, πλήθος, και επιθέντος επί την πυράν, έχιδνα και προσευξάμενος, επιθεις τας χείρας εκ της θέρμης έξελθούσα καθήψε της χει- αυτώ, ιάσατο αυτόν. ρος αυτού.

And it came to pass, that the father of And when Paul had gathered a bun Publius lay sick of a fever and of a of sticks, and laid them on the fire, bloody flux: A to whom Paul entered in,

Α. D. 63.

ACTS XXVIII. 8–19.

Α. D. 63.

and prayed, and laid his hands on him, 'Αππίου φόρου και Τριών ταβερνών ούς and healed him.

ιδών ο Παύλος, ευχαριστήσας τώ Θεώ, a See on Matt. X. ver. 8. clause 1.

έλαβε θάρσος.

And from thence, when the brethren VER. 9.

heard of us, they came to meet us as far Τούτου ούν γενομένου, και οι λοιποί οι as Apii forum, and The three taverns : έχοντες ασθενείας εν τη νήσω, προσήρχοντο, whom when Paul saw, he thanked God, και εθεραπεύοντο:

and took courage. So when this was done, others also,

VER. 16. which had diseases in the island, came, and were healed :

οτε δε ήλθομεν εις Ρώμην, και εκατόν

ταρχος παρέδωκε τους δεσμίους των στραVER. 10.

τοπεδάρχη: τώ δε Παύλου επετράπη μένειν Οι και πολλαίς τιμαϊς ετίμησαν ημάς, καθ' εαυτόν, συν τα φυλάσσονται αυτόν και αναγομένοις εσέθεντο τα προς την στρατιώτη. χρείαν.

And when we came to Rome, the cenWho also honoured us with

turion delivered the prisoners to the cap

many honours; and when we departed, they tain of the guard : bit Paul was sufladed us with such things as were neces

fered to dwell by himself with a soldier

that kept him. sary. VER. 11,

VER. 17. Μετά δε τρείς μήνας ανήχθημεν εν 'Εγένετο δε μετα ημέρας τρείς συγκαπλοίω, παρακεχειμαχότι εν τη νήσω, | λέσασθαι τον Παύλον τους όντας των 'Αλεξανδρίνω, παρασήμων Διοσκούροις Ιουδαίων πρώτους συνελθόντων δε αυτών,

And after three months we departed έλεγε προς αυτούς: "Ανδρες αδελφοί, εγώ in a ship of Alexandria, which had ουδέν εναντίον ποιήσας τω λαώ, ή τους wintered in the isle, whose sign was

έθεσι τοις πατρώοις, δέσμιος εξ ΙεροσοCastor and Pollus.

λύμων παρεδόθη εις τας χείρας των Ρω

μαίων VER, 12.

And it came to pass, that after three Και καταχθέντες εις Συρακούσας επε- days Paul called the chief of the Jews μείναμεν ημέρας τρείς.

together : and when they were come toAnd landing at Syracuse, we tarried gether, he said unto them, Men and there three days.

brethren, though I kave committed no

thing against the people, or customs of VER. 13.

our fathers, a yet was I delivered pri“οθεν περιελθόντες κατηντήσαμεν εις somer from Jerusalem into the hands of Ρήγιον» και μετά μίαν ημέραν επιγενο

the Romans. μένου νότου, δευτεραίοι ήλθομεν εις Πο • See chap. και. ver. 32, 33. τιόλους»

VER. 18. And from thence we fetched a compass, and came to Rhegium: and after Οίτινες ανακρίναντες με έβούλοντο αποone day the south wind blew, and we | λύσαι, διά το μηδεμίαν αιτίαν θανάτου came the next day to Puteoli:

υπάρχειν εν εμοί. VER. 14.

a Who, when they had eramined me,

would have let me go, because there was ου ευρόντες αδελφούς, παρεκλήθημεν απ' αυτούς επιμεϊναι ημέρας επτά» και

no cause of death in me. ούτως εις την Ρωμήν ήλθομεν.

a See chap. xxv. ver. 7. Where we found brethren, and were

VER. 19. desired to tarry with them seven days: and so we went toward Rome.

'Αντιλεγόντων δε των Ιουδαίων, ήναγ

κάσθην επικαλέσασθαι Καίσαρα" ούχ ως VER. 15.

του έθνους μου έχων τι κατηγορήσαι, Κακείθεν οι αδελφοί ακούσαντες τα περί a But when the Jews spake against it, ημών, εξήλθον εις απάντησιν ημίν άχρις | I was constrained to appeal unto Cesar ;

[merged small][ocr errors][merged small]

not that I had ought to accuse my ria And some believed the things which tion of

were spoken, and some believed not, • See chap. ΧΧν. ver. 10-19.

VER. 25.
VER. 20.

'Aσύμφωνοι δε όντες προς αλλήλους, Δια ταύτην ούν την αιτίαν σαρεκάλεσα ασελύοντο, ειπόντος του Παύλου σήμα έν υμάς ιδεών και προσλαλήσαι ένεκεν γαρ

"Οτι καλώς το Πνεύμα το άγιον ελάλησε της ελπίδος του Ισραήλ την άλυσιν ταύ. διά Hσαίου του προφήτου προς τους παττην περίκειμαι.

έρας ημών, For this cause therefore have I called And when they agreed not among for you, to see you, and to speak with themselves, they departed, after that you: because that a for the hope of Israel Paul had spoken one word, Well a spake I am bound with this chain.

the Holy Ghost by Esaias the prophet

unto our fathers, a See on chap. xxvi. ver. 6.

a See on chap. viii. ver. 29. VER. 21.

VER. 26. Οι δε προς αυτόν είπον· “Ημείς ούτε γράμματα περί σου έδεξάμεθα από της

Λέγον: Πορεύθητα προς τον λαόν τούτου, Ιουδαίας, ούτε παραγενόμενος τις των και εισέ: 'Ακοή ακούσετε, και ου με αδελφών απήγγειλεν η ελάλησέ τι περί σου συνήτες και βλέποντες βλέψετε, και ου μη

ίδητε. πονηρόν.

And they said unto him, We neither a Saying, Go unto this people, and received letters out of Judæa concerning say, Hearing ye shall hear, and shall not thee, neither any of the brethren that understand; and seeing ye shall see, and came shewed or spake any harm of thee. not perceive :

a See on Matt. xii. ver. 14, 15. VER. 22. 'Άξιούμεν δε παρά σου ακούσαι & φρο

VER. 27. νείς: περί μεν γαρ της αιρέσεως ταύτης Επαχύνθη γάρ ή καρδία του λαού τούγνωστόν έστιν ημίν ότι πανταχού αντι- του, και τους ασί βαρέως ήκουσεν, και λέγεται.

τους οφθαλμούς αυτών εκάμμισαν" μήBut we desire to hear of thee what | ποτε ίδωσι τοϊς οφθαλμοίς, και τας ώσιν thou thinkest : afor as concerning this ακούσωσι, και τη καρδία συνώνι, και sect, we know that every where it is spo-| επιστρέψωσι, και ιάσομαι αυτούς. ken against.

For the heart of this people is wartd a See on Matt. x. ver. 22. clause 1. gross, and their ears are duli of hearing,

and their eyes have they closed ; lest they VER. 23.

should see with their eyes, and hear Ταξάμενοι δε αυτώ ήμέραν, ήκον προς | with their ears, and understand εεith αυτόν εις την ξενίαν πλείονες: οίς εξετίθετο | their heart, and should be converted, διαμαρτυρόμενος την βασιλείας του Θεού, | αnd I should heal them. πείθων σε αυτούς τα περί του Ιησού, από τι του νόμου Μωσέως και των προφητών,

VER. 98. όσο πρωί έως εσπέρας.

Γνωστόν ούν έστω υμίν ότι τοις έθνεσιν And when they had appointed him a

απεστάλη το σωτήριον του Θεού αυτος

και ακούσονται. day, there came many to him into his lodging; to whom he espounded and Be it known therefore unto you, that testified the kingdom of God, per- a the salvation of God bis seni unto the suading them concerning Jesus, both out Gentiles, and that they will hear it. of the Law of Moses, and out of the

a See on Luke ii. ver. 30. Prophets, from morning till evening.

b See on Matt. xii. ver. 18. clause 5. a See on Matt. iii. ver. 2. clause 2.

VER. 99.
VER. 24.

Και ταύτα αυτού είπόντος, ασήλθαν σε Και οι μεν επείθοντο τους λεγομένοις, οι Ιουδαίοι, πολλήν έχοντες εν εαυτοίς συζήΟι ήπίστουν.

[ocr errors]

A. D, 63.

ACTS ΧΧVΙΙΙ. 29-31.

Α. D. 63.

And when he had said these words, the Jews departed, and had great rea

VER. 31. soning among themselves.

Κηρύσσων την βασιλείας του Θεώ, και VER. 30.

διδάσκων τα περί του Κυρίου Ιησού Χριστού "Εμεινε δε ο Παύλος διετίας όλην και, μετά πάσης παρρησίας, ακωλύτως. ιδίων μισθώματι και απεδέχετο πάντας Preaching the kingdom of God, and τους εισπορευομένους προς αυτόν teaching those things which concern the

And Paul dwelt two whole years in Lord Jesus Christ, with all confidence, his own hired house, and received all

no man forbidding him. that came in unto him,

a See on Matt. iii, ver. 2. clause 2.

[ocr errors]

END OF THE ACTS OF THE APOSTLES.

« PreviousContinue »